Αναζήτηση

Αποσπασμα '' Μια νυχτα που κρατησε χρονια ''


"Τα τακούνια της σφυροκοπούσαν το πλακόστρωτο σε κάθε της βήμα. Ήταν σαν να φώναζαν «είμαι εδώ», σαν να μαστίγωναν δρόμο για να επιβάλουν την ύπαρξη της.Τα φώτα έπεφταν πάνω της και έριχναν τη σκιά της στο έδαφος. Μια μακριά μαύρη σκιά του εαυτού της. Της άρεσε πολύ να βλέπει τη σκιά της στον δρόμο τη νύχτα. Της ερχόταν στο μυαλό ο στίχος του Έντγκαρ Άλαν Πόε: «… and my soul from out that shadow that lies floating on the floor shall be lifted- Nevermore…»
Κοιτούσε αυτή τη γνώριμη σιλουέτα πάνω στην άσφαλτο να περπατάει ρυθμικά, να ανεμίζουν τα μαλλιά της, και τη θαύμαζε. Ναρκισσευόταν με τη σκιά της, συνομιλούσε κρυφά μαζί της. Βάδιζε βιαστικά, είχε αργήσει και σε λίγο οι φίλοι της θα άρχιζαν να την παίρνουν τηλέφωνο. Έστριψε στη γωνία και μπήκε στο μπαράκι όπου ήταν όλοι μαζεμένοι.
«Επιτέλους!» φώναξε ο Γιώργος.
«Είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε πως δεν θα έρθεις» συμπλή­ρωσε η Μάρω.
Ο Πάνος, σιωπηλός, την κοίταξε με θαυμασμό. Ήταν χρό­νια θαυμαστής της, αλλά ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια.Εκείνη τον έβλεπε φιλικά και του το είχε δώσει να το καταλάβει πολύ καλά. Την πλησίασε και της ψιθύρισε στο αυτί ένα τολμηρό σχόλιο, που σήμαινε «είσαι πολύ ερωτική σήμερα». Εκείνη χα­μογέλασε, δήθεν ντροπαλά.
Παρήγγειλε ποτό και άρχισε να τους αφηγείται το τελευ­ταίο της εικοσιτετράωρο. Ουσιαστικά δεν τους ήταν άγνωστα όσα τους έλεγε, αφού τα είχαν ξανακούσει από το τηλέφωνο το απόγευμα.
«Και τώρα τι θα κάνεις;» ρώτησε η Μάρω.
«Με ποιο θέμα, Μάρω;»
«Μα με τον Αλέξη φυσικά! Το βιβλίο σου θα εκδοθεί, δεν έχεις κανένα λόγο να ανησυχείς. Και είμαι σίγουρη ότι θα πάει πολύ καλά. Αλλά με τον Αλέξη; Δεν θα κάνεις καμιά κίνηση; Θα αφήσεις να χαθούν τέσσερα χρόνια αγάπης;» είπε η συναι­σθηματική Μάρω.
«Δεν θα κάνω τίποτα! Μάρω, σου εξήγησα ότι είχα κουρα­στεί από αυτή τη σχέση και είχε κουραστεί κι εκείνος. Δεν έχει πια κανένα νόημα» απάντησε η Κασσάνδρα αποφασιστικά.
«Θαυμάζω το θάρρος σου, εγώ δεν θα μπορούσα να μείνω στιγμή μόνη μου, κι αν είχα μια τόσο ήρεμη και όμορφη σχέση, θα έκανα τα πάντα για να την κρατήσω».
«Εσύ!» είπε έντονα η Κασσάνδρα «εγώ όμως είμαι τελείως διαφορετική, δεν πιστεύω ότι χρειάζομαι οπωσδήποτε μια σχέση. Και ειδικά όταν δεν είμαι ερωτευμένη».
«Έχει δίκιο η Κασσάνδρα» πετάχτηκε ο Πάνος και τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της. «Μια τόσο όμορφη γυναίκα πρέπει να τη χαίρονται και άλλοι».
Γέλασαν όλοι με το αστείο του.
Ο Γιώργος, που όλη αυτή την ώρα άκουγε προσεκτικά, είπε με σταθερή φωνή: «Κασσάνδρα, αν θέλεις τη γνώμη μου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις αυτή τη στιγμή είναι να πας διακοπές».
«Δεν έχεις άδικο... το καλοκαιράκι μπήκε για τα καλά, κι εγώ χρειάζομαι λίγη ξεκούραση» συμφώνησε η Κασσάνδρα.
«Άσε που μπορεί να εμπνευστείς και κανένα καινούριο βι­βλίο» πρόσθεσε η Μάρω.
Ακούγοντας την τελευταία φράση, η Κασσάνδρα σκοτεί­νιασε. Θυμήθηκε πάλι την Ειρήνη και όσα της είχε πει. Αληθι­νή ιστορία! Συγκλονιστική ιστορία! Της προκαλούσε τεράστιο άγχος το ότι έπρεπε να γράψει κάτι «κατά παραγγελία». Μοι­ράστηκε την ανησυχία της με τους φίλους της.
«Μην το βλέπεις έτσι» την καθησύχασε ο Γιώργος. «Απλώς η Ειρήνη περιμένει από σένα κάτι πιο δυνατό, γιατί πιστεύει στο ταλέντο σου».
«Όπως κι εμείς άλλωστε» συμπλήρωσε η Μάρω.
«Κι εγώ πιστεύω σ' εσένα, πιστεύω ότι έχεις πολύ πάθος να δείξεις» είπε ο Πάνος και συμπλήρωσε πονηρά: «Σ' εμένα, εννοώ».
Γέλασαν δυνατά. Η Μάρω σχολίασε την πονηρή σκέψη του Πάνου και ο Γιώργος τον αποπήρε στ' αστεία.
«Η φίλη μας έχει πρόβλημα, κι εσύ...»
«Πάντως, παιδιά, πέρα από την πλάκα, η φίλη μας θα μπο­ρούσε να ξεθάψει καμιά παλιά ιστορία, κάποιον παππού, κά­ποια γιαγιά που να έζησε λίγο περίεργα και να γράψει για τη ζωή τους» είπε ο Πάνος.
Η Κασσάνδρα πετάχτηκε σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
«Αυτό είναι!» φώναξε και αγκάλιασε τον Πάνο χαρούμενη.
«Επιτέλους! Κατάλαβες ότι εγώ είμαι ο άντρας της ζωής σου. Κάλλιο αργά...» είπε γελώντας ο Πάνος.
Η Κασσάνδρα προσπέρασε τον αστεϊσμό και συνέχισε:
«Η γιαγιά μου, η Τασία, εξαφανίστηκε κάτω από πολύ περίεργες συνθήκες στην Κατοχή, αφήνοντας πίσω τον άντρα της και πέντε παιδιά. Κάποιοι είπαν πως το έσκασε με έναν Γερμανό, άλλοι πως τη σκότωσαν οι Γερμανοί και πέταξαν το σώμα της στο ποτάμι. Πάντως δεν βρέθηκε ποτέ κανένα ίχνος της».
«Και τι θα κάνεις για να μάθεις την αλήθεια;» απόρησε η Μάρω.
«Θα πάω στο χωριό μου για διακοπές και για έρευνα. Θα βρω όσο περισσότερες πληροφορίες μπορώ και, αν είμαι τυχε­ρή, ίσως βρω την έμπνευση που αναζητάω».
«Καθόλου κακή ιδέα! Κι αν δεν βρεις τίποτα;» ρώτησε ο Γιώργος.
«Αν δεν βρω τίποτα, τουλάχιστον θα ξεκουραστώ!»
«Ωραία λοιπόν. Ας πιούμε στην υγειά σου, στην υγειά της έμπνευσης και στην υγειά του νέου σου βιβλίου που θα είναι... πώς το είπε η Ειρήνη;... Α, ναι! Δυναμίτης!» είπε ο Γιώργος και σήκωσε το ποτήρι.
«Και στην υγειά μου που είχα την ιδέα» είπε ο Πάνος, και όλοι τσούγκρισαν τα ποτήρια τους γελώντας.

Γύρισε στο σπίτι της ανάλαφρη κι ευδιάθετη. Η «συμμορία» τής είχε κάνει πολύ καλό. Είχαν γελάσει, είχαν συζητήσει και, το κυριότερο, της είχαν δώσει μια ιδέα, μια ελπίδα να βασι­στεί.Εν αρχή όλων των βιβλίων είναι η ιδέα. Μετά, σειρά έχει ο σκελετός, που θα τον συνέθετε όταν θα είχε σχηματιστεί στο μυαλό της η ιστορία. Όμως, για να γίνει αυτό, έπρεπε να φύ­γει. Να πάει στην πατρίδα της, στο μέρος όπου η γιαγιά Τασία έζησε και εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Εκεί όπου της έκλε­ψε την καρδιά εκείνος ο Γερμανός στρατιώτης που την πήρε μαζί του... ή την σκότωσαν και την πέταξαν στο ποτάμι... ή την σκότωσε ο παππούς από ζήλια. Ποιος ξέρει; Θα μάθαι­νε. Αλλά, κι αν δεν μάθαινε ακριβώς την αλήθεια, θα έπαιρ­νε όποια εκδοχή της τής άρεσε περισσότερο και θα συνέθετε μια συγκλονιστική ιστορία. Αυτό το ταξίδι έπρεπε να γίνει το συντομότερο. Αύριο κιόλας θα ετοίμαζε τις βαλίτσες της. Η έμπνευση την περίμενε.
Και παρόλο που ήταν πολύ χαρούμενη με την απόφαση που είχε πάρει, όταν ξάπλωσε για να κοιμηθεί, κάτι μέσα της τής έλεγε πως και κάτι άλλο την περίμενε εκεί."

Share this:

CONVERSATION

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου